Ίσως αξίζει αυτό το ωραίο ποίημα να το αναγνώσετε μια φορά ακόμα.
Πόσο επίκαιρος είναι ο λόγος του Γεωργίου Σουρή!!! Το ποίημα αυτό γράφηκε το 1897…!!!   Γεώργιος Σουρής (1853-1919).

Ποιος είδε κράτος λιγοστό, σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει,  και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,  νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα,  και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά,  και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε,  τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες, με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχη γη, και κλέφτες με παλάτια,

ο ένας κλέβει όρνιθες, και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο,  για πλούτη και τιμή.

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν, ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν,  δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γι’ αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!

Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,

πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη…
δεν κάνει ό,τι λέγει,  δεν λέγει ό,τι κάνει.

Ο Έλληνας δυο δίκαια,  ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προπάππου κι από παππού,  συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο- να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει, στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο, ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,  λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ,  το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς,  σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,  με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;