Ασυμβίβαστη μνήμη, θα πει: Να μην ξεχνάμε εγκλήματα για τα οποία οι αυτουργοί αυτοαμνηστεύθηκαν. Ούτε να μας παραπλανά η ανικανότητα φκιασιδωμένη με τίτλους αξιωμάτων από ένα παρελθόν που δεν κρίθηκε ποτέ, δεν δικάστηκε. Κοινωνία, χωρίς ασυμβίβαστη συλλογική μνήμη, είναι καταδικασμένη σε δυστυχία. Ανυπόφορη δυστυχία. Με βάση αυτή την εμπειρική αρχή, ας θυμηθούμε τώρα, ένα προς ένα, τα πρόσωπα που συγκροτούν, ακόμα σήμερα, τη «σκιώδη κυβέρνηση» του κ. Σαμαρά. Και γιατί να ασχολούμαστε με ένα από καιρό πεθαμένο, απόλυτης πολιτικής στειρότητας κόμμα; Μα επειδή οι μέρες του κυβερνώντος, επίσης σάπιου και απόλυτης πολιτικής στειρότητας κόμματος, είναι πια μετρημένες. Και το οψέποτε εκλογικό αποτέλεσμα θα το κρίνουν (αποτελούν την κρίσιμη εκλογική μάζα) οι οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων με τέτοια μικρόνοια, ώστε να αποθηριώνονται όταν υποβιβάζεται η ομάδα τους για εγκλήματα των μαφιόζων ηγητόρων της. Είναι φαυλεπίφαυλος ο κύκλος: Για να αρθρώσουμε πολιτική κριτική, πρέπει ρεαλιστικά να υπομνήσουμε το κρετινικό επίπεδο ακρισίας που καθηλώνει σε διαδικασίες αποσύνθεσης την ελληνική πολιτεία. Να έχουμε συνεχώς προ οφθαλμών, ποιοι ετοιμάζονται να μας κυβερνήσουν και πάλι, με την ψήφο ποιου επιπέδου μαζανθρώπων. Να θυμηθούμε λοιπόν, ένα προς ένα, τα πρόσωπα της «σκιώδους κυβέρνησης» του κ. Σαμαρά. Για να συνειδητοποιήσουμε ότι από τη χώρα έχει χαθεί η ντροπή. Kαι η έκλειψη της ντροπής είναι μάλλον ο θεμελιώδης παράγων που ερμηνεύει τα τρία, απορίας άξια (για τη λογική του ενστίκτου αυτοσυντήρησης) δεδομένα: Ότι κυβερνάει την Ελλάδα άνθρωπος με τα φυσικά προσόντα του ολίγιστου των Παπανδρέου. Ότι συγκροτούν αξιωματική αντιπολίτευση («σκιώδη κυβέρνηση») πρόσωπα αποδεδειγμένης, επί πέντε χρόνια, φαυλότητας ή κραυγαλέας ανικανότητας. Και ότι δεν στερούνται τα πολιτικά τους δικαιώματα άνθρωποι που καίνε, καταστρέφουν και δηώνουν μια πόλη, επειδή υποβαθμίστηκε η τοπική ποδοσφαιρική τους ομάδα. Mήπως είναι ρητορική υπερβολή, σχήμα λόγου ο ισχυρισμός ότι και τα τρία συμπτώματα τα γεννάει η έκλειψη της ντροπής, η αναισχυντία και μόνη; Όχι, το βεβαιώνει η αρχέγονη ανθρώπινη πείρα και σοφία: Για να ιδρύσουν οι άνθρωποι «πόλιν», «βίον πολιτικόν», ο Δίας τους έστειλε τον Ερμή κομίζοντα, δώρα θεϊκά, την «αιδώ» και την «δίκην»: την «αίσθηση» της ντροπής και την «αίσθηση» του δικαίου, της δικαιοσύνης. H ντροπή σηματοδοτεί την κοινωνική αναφορικότητα των πράξεων και της συμπεριφοράς: πράττω και συμπεριφέρομαι κοινωνώντας τη ζωή και την ύπαρξη, δεν είμαι μια κλειστή και αυτόνομη ατομική αυτοτέλεια. Υπάρχω ως-προς τους άλλους, ζω «έναντι» των άλλων, τη μοναδικότητα (ετερότητα) της ύπαρξής μου τη γεννάει η σχέση μου με τους άλλους. Είμαι πρόσ-ωπο, όχι αδιαφοροποίητο άτομο, αριθμητική μονάδα ομοειδούς συνόλου ή πολτού. Υπάρχω δίνοντας λογαριασμό στους «έναντι». Έχουμε ανάγκη «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών», δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς «τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», δεν είμαστε άνθρωποι χωρίς αυτά. Γι’ αυτό και οι επαγγελματίες της πολιτικής θέλουν να ακούνε μόνο τους κόλακες, δεν αντέχουν τα όσα τους ντροπιάζουν. Προτιμάνε να χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα, και αυτή η προτίμηση είναι καθαρή αδιαντροπιά. Αντί να εξαφανιστούν από προσώπου γης πενθώντας για τα εγκλήματά τους, αντί να τους εξαφανίσει τουλάχιστον το κόμμα τους τιμωρώντας τις πομπές ή τη γελοιώδη ανικανότητά τους, προβάλλονται σε «σκιώδεις κυβερνήσεις», κατακλύζουν τις τηλεοράσεις με παπαρδέλες αφόρητης κοινοτοπίας και μικρόνοιας, παζαρεύουν εκλογικές περιφέρειες και θέσεις στα ψηφοδέλτια. Πώς κοιμούνται τη νύχτα οι ένοχοι αυτουργίας ή συνεργίας στο πιο αποτρόπαιο έγκλημα: την ανεργία 800.000 συμπολιτών τους, χωρίς να έχει απολυθεί ούτε ένας από τους αναρίθμητους κηφήνες της δημοσιοϋπαλληλίας τούς ρουσφετολογικά διορισμένους; Πώς τολμάνε οι αδιάντροποι να συνεχίζουν τον σκυλοκαβγά για τη «σίγουρη» νίκη του ο καθένας στις επόμενες εκλογές, ενώ από μέρα σε μέρα παραμονεύει και η τυπική χρεοκοπία, δηλαδή ο λιμός και η αλληλοσφαγή; Ευτυχώς τουλάχιστον που δεν διανοούνται να ξεμυτίσουν στους δρόμους, ευτυχώς οσφραίνονται ότι δεν είναι (ακόμα) όλοι οι Έλληνες οπαδοί του «Ολυμπιακού Βόλου» ή σταλινάκια του Περισσού, υπάρχει ακόμα νοημοσύνη, πολίτες με όλη τη σημασία της λέξης που σκέπτονται, κρίνουν και μπορούν να δείξουν στην πράξη ότι είναι ακόμα κατάπτυστος ο φαύλος και ο ανίκανος, απόβλητος από την κοινωνία των πολιτών, «άγος πόλεως». H έκλειψη της ντροπής δεν προδίδει μόνο αυτομόληση από την κοινωνία των προσώπων, φανερώνει και διολίσθηση σε κάποιο είδος αναισθησίας, αφασίας των αισθητηρίων, περίπου χαύνωσης. Αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια νέκρωση του φυσικού ενστίκτου αυτοσωτηρίας. Ακόμα και ο τόσο αδικημένος σε προσόντα, ολίγιστος των Παπανδρέου ή ο τόσο έγκαιρα φυλακισμένος στην απομόνωση της επαγγελματικής πολιτικής Σαμαράς θα μπορούσαν να έχουν αντιληφθεί το προφανέστατο, αν δεν είχαν προσβληθεί από τον ιό της απώλειας επαφής με την πραγματικότητα: Ότι μόνο ο εξοβελισμός από τον κομματικό στίβο όλων, μα όλων των υπόλογων για την ανυπόφορη καταστροφή και τη διεθνή καταισχύνη, μόνο η διάλυση των νεκρών κομματικών τους σχημάτων, η συγκρότηση εξ υπαρχής καινούργιων κομμάτων με άφθορες κοινωνικές δυνάμεις και ανεξευτέλιστη ονομασία, θα μπορούσε να διασώσει την υπόληψή τους σήμερα και στην Ιστορία. Αλλά ποια λογική θα ισχυριζόταν ότι έγιναν αρχηγοί, και οι δυο, με φιλοδοξίες υπόληψης, φιλοδοξίες να σημαδέψουν την Ιστορία; Την αρχηγική ηδονή της εφήμερης στιγμής κυνηγάνε, είναι ολοφάνερο, κι ας πληρώνουν την ηδονή τους αυτή, με δυστυχία και απόγνωση, 800.000 άνεργοι ή, με εξευτελισμό και αγωνιώδη αβεβαιότητα, άλλα εφτά εκατομμύρια Ελλήνων. Δυστυχώς, ούτε η κριτική (και η πιο ειλικρινής και ανυστερόβουλη) ούτε οι παραινέσεις για οφθαλμοφανώς σωτήριες πρωτοβουλίες επηρέασαν ποτέ τις μετριότητες που αναρριχώνται (ή ξένα συμφέροντα τις εγκαθιστούν) στην εξουσία. Τουλάχιστον για να κάνουν τη φιγούρα τους και μόνο, ας θεσπίσουν στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για τραμπούκους ποδοσφαιρόφιλους.