Γιώργος ΧατζημαρκάκηςΠαρακολουθώ με προσοχή όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, από τη δολοφονία του Π. Φύσσα και μετά. Αποφάσισα να μη μιλήσω αμέσως. Όχι από φόβο ή υπολογισμό. Αλλά κυρίως γιατί σε τέτοια τραγικά φαινόμενα που πληγώνουν την κοινωνία πρέπει -ειδικά οι πολιτικοί – να είμαστε προσεκτικοί. Μια πολιτική δολοφονία είναι πάντα ένα τραγικό και απαράδεκτο γεγονός για τη Δημοκρατία, ακόμα και σε συνθήκες έντονης κρίσης όπως οι σημερινές. Έχω πει και στο παρελθόν πως οι κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα, οδηγούν τη σκέψη στα φαινόμενα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τα οποία έστρωσαν το χαλί για να ανέβει ο Χίτλερ στην εξουσία. Η Ελλάδα θέλω να πιστεύω πως βρίσκεται μακριά από μια τέτοια εξέλιξη, όμως κανείς δεν μπορεί να αγνοεί τα σημάδια. Κι αυτά τα σημάδια είναι ξεκάθαρα. Διαπιστώνω μια σύγκρουση για την “καλή” και την “κακή” βία, ανάλογα με την προέλευσή της. Η βία έρχεται εκεί που σταματά η λογική. Γεννά βία, καταστροφή και ανελευθερία, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Όποιος πιστεύει κάτι διαφορετικό δεν έχει παρά να δείξει ένα ιστορικό παράδειγμα οπουδήποτε στον κόσμο που δεν ίσχυσε αυτός ο κανόνας. Είτε πρόκειται για τη Χρυσή Αυγή, είτε για αντιεξουσιαστικές ομάδες ή κόμματα που υιοθετούν τη βία στις πρακτικές τους, το αποτέλεσμα για την κοινωνία είναι καταστροφικό και οι Έλληνες το έχουν ζήσει αυτό σε διάφορες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας. Για να το πω αλλιώς, η βία όταν μπαίνει στην πολιτική εξελίσσεται όπως η βεντέτα, όπου οικογένειες ξεκληρίζονται για ολόκληρες γενιές, έχοντας στο τέλος ξεχάσει την αιτία που ξεκίνησε το κακό και ποιος είναι ο φταίχτης. Κι αν στην βεντέτα οι φόνοι περιορίζονται μεταξύ των αντίπαλων οικογενειών, στην κοινωνία μπορούν να απλωθούν περισσότερο, με οποιοδήποτε απίστευτο άλλοθι. Απέναντι σε αυτά τα νοσηρά φαινόμενα οι απαντήσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένες. Την πρώτη και πιο σημαντική μπορεί να τη δώσει η κοινωνία. Νομίζω πως ήρθε η ώρα, οι δημοκρατικοί άνθρωποι που για λόγους κυρίως ανασφάλειας στήριξαν μέχρι σήμερα ομάδες και κόμματα που υιοθετούν έμμεσα ή άμεσα τη βία, να σκεφτούν τώρα πως αυτός ο δρόμος είναι αδιέξοδος. Δεν κτίζεις πάνω στο αίμα. Άλλο πράγμα είναι η αντίδραση, η διαμαρτυρία – όσο έντονη κι αν είναι – και τελείως διαφορετικό είναι να αφαιρείς ανθρώπινες ζωές, για να εξουδετερώσεις την αντίθετη άποψη. Η δεύτερη θα πρέπει να προκύψει σε πολιτικό επίπεδο εντός της χώρας. Η απαγόρευση ενός κόμματος, εν προκειμένου της Χρυσής Αυγής δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αφενός διότι είναι συνταγματικά αδύνατη αφετέρου διότι ως ανεφάρμοστη θα ενισχύσει περισσότερο το συγκεκριμένο κόμμα. Η αντιμετώπιση όμως της δράσης εγκληματικών οργανώσεων, απ’ όπου κι αν προέρχονται, μπορεί και πρέπει να γίνει άμεσα. Και η τρίτη και ουσιαστικότερη απάντηση, πρέπει να προκύψει από την Ευρώπη. Σήμερα, μετά τη δολοφονία στην Ελλάδα, γνωρίζουν όλοι πλέον τις συνέπειες. Το θέμα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Η Ευρώπη πλέον έχει τεράστιες ευθύνες. Αν το φαινόμενο αγνοηθεί, μπορεί να γίνει η Νέμεση για το μέλλον της Ευρώπης. Και για να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του το πρόβλημα, πρέπει να τελειώνουμε με τις λανθασμένες πολιτικές λιτότητας που οδηγούν τους πολίτες στον εξτρεμισμό. Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι η υπερφορολόγηση στην Ελλάδα είναι καταστροφική, αφού στα χρόνια της λιτότητας αυξάνεται κάθε χρόνο το ποσό του ΦΠΑ που δεν εισπράττεται. Την ώρα μάλιστα που αυξάνονται οι συντελεστές στην Ελλάδα για να προκύψουν περισσότερα έσοδα, η χώρα έχει τη χειρότερη επίδοση στην ευρωζώνη. Τόσο η Γερμανία όσο και η Ε.Ε. γνωρίζουν πλέον πως τα τα στοιχεία αποδεικνύουν κάθε μέρα ότι ο μύθος της λιτότητας που φέρνει ανάπτυξη γκρεμίστηκε οριστικά. Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει στα όρια της. Κανείς στην Ευρώπη δεν θα δικαιούται αύριο να πει: “Δεν γνώριζα, δεν το περίμενα”. Ας μη γελιούνται όσοι προσπαθούν να παίξουν το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου, η ιστορία θα καταγράψει και το ρόλο των ηθικών αυτουργών.