Πρώτον, διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους και διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για την πλήρη απόδοση του προγράμματος σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας.  Δεύτερον, τίθεται σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα υποστήριξης της ελληνικής οικονομίας, της πραγματικής οικονομίας, με στόχο την όσο γίνεται ταχύτερη επάνοδο σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και, όπως είπα, της βιώσιμης ανάπτυξης, που θα βασίζεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Όχι σε δάνειες δυνάμεις. Αυτό ενισχύει ακόμα περισσότερο και τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τρίτον, διασφαλίζονται μέχρι και το 2020 οι δανειακές ανάγκες της χώρας.   Τέταρτον, επιτυγχάνεται ο διπλασιασμός της μέσης διάρκειας του συνόλου του ελληνικού δημοσίου χρέους, δηλαδή του χρόνου αποπληρωμής του.  Πέμπτον, προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω επιμήκυνσης του αρχικού δανείου, δηλαδή του κομματιού που έχει ήδη εκταμιευτεί των 110 δις, αλλά και αυτού που έχει ήδη επιμηκυνθεί με τις αποφάσεις του Μαρτίου του 2011.  Έκτον, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους για τα επόμενα 40 χρόνια σταθεροποιείται σε επίπεδα κατώτερα του 5%, δηλαδή σε επίπεδα πολύ ευνοϊκότερα από αυτά που ισχύουν στην αγορά. Έβδομον, εισάγεται μηχανισμός επαναγοράς του δημοσίου χρέους στη δευτερογενή αγορά, μέσω του μηχανισμού EFSF, κάτι το οποίο είχαμε διεκδικήσει εδώ και αρκετούς μήνες. Πετύχαμε αυτή την πολύ σημαντική αλλαγή, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για άλλες χώρες και κατάκτηση, θα έλεγα, για την Ευρώπη. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανταλλαγή υπαρχόντων ομολόγων υπό το άρτιο με νέα τριακονταετή, διασφαλίζει ήδη τη μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους κατά 26,1 δις ευρώ, που είναι 12% του ΑΕΠ. Αυτός ο μηχανισμός επαναγοράς είναι ανοιχτός και σε άλλα κεφάλαια, που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για επαναγορά χρέους. Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, αν θέλετε, το βάρος που αναλαμβάνει ο ιδιωτικός τομέας, ο «PSI» όπως λέγεται, στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους, γίνεται με τρόπο απολύτως ασφαλή για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Διασφαλίζεται πλήρως η παροχή ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία, με απόφαση που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και με εγγύηση του μηχανισμού αυτού, του EFSF, στο μεταβατικό διάστημα. Ενδυναμώνονται κεφαλαιακά οι ελληνικές τράπεζες. Συνεπώς, ο λεγόμενος «PSI», η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, λειτουργεί θετικά για τη σταθερότητα, τη διαφάνεια και, τελικά, τις προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, που ενισχύεται. Τα πρώτα κρίσιμα χρόνια, μέχρι το 2016, ελαφρύνεται το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, καθώς προβλέπεται μειωμένο επιτόκιο. Επιπλέον, προβλέπεται δεκαετής περίοδος χάριτος για το νέο πρόγραμμα στήριξης από τον διεθνή δημόσιο τομέα. Η επίπτωση στην εξέλιξη των ετήσιων προϋπολογισμών θα είναι, ως εκ τούτου, θετική. Ένα παράδειγμα να σας δώσω. Τα επόμενα τρία χρόνια, θα δανειστούμε 109 δις ευρώ, με 3% πιο φθηνά επιτόκια και 2% για τα τρία πρώτα χρόνια. Δηλαδή, ένα 3% σημαίνει ότι θα πληρώνουμε περίπου 3 δισεκατομμύρια λιγότερα το χρόνο. Οι αποφάσεις που ελήφθησαν είναι ιστορικές και για την ίδια την Ευρώπη. Μέσα από τις δικές μας διεκδικήσεις, τις δικές μας προτάσεις, το δικό μας αγώνα, μέσα από τη δική μας περιπέτεια, αν θέλετε, η Ευρώπη γίνεται όλο και πιο πολιτική, πιο δυνατή και ξεφεύγει όλο και πιο πολύ από το στάδιο μιας απλής Νομισματικής Ένωσης, όπως ήταν αρχικά η ΟΝΕ. Και ας το δούμε στη διαδρομή του. Το 2009, λίγο παραπάνω από ένα χρόνο πριν, δεν υπήρχε κανένα θεσμικό εργαλείο που να υποστηρίζει την Ευρωζώνη, πέρα από ένα προβληματικό Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που ούτε αυτό επόπτευσε σωστά την Ελλάδα, διότι αν είχε κάνει σωστά τη δουλειά του, δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ όπου είμαστε. Δείτε σήμερα τι απόσταση έχουμε διανύσει, με τα εργαλεία που έχουν δημιουργηθεί ήδη, αλλά και τις χθεσινές ιστορικές αποφάσεις. Αποφάσεις, που δείχνουν ότι έχουμε δημιουργήσει ένα οπλοστάσιο απέναντι στις επιθέσεις των αγορών και που δείχνουν όχι μόνο την αφοσίωση όλων μας στο κοινό μας νόμισμα, αλλά και την πολιτική μας βούληση να παρέμβουμε αποφασιστικά, για να ξαναδώσουμε το προβάδισμα στην πολιτική, έναντι του παραλογισμού των αγορών ή της επικίνδυνης συμπεριφοράς των οίκων αξιολόγησης.  Αγαπητοί συνάδελφοι, σε όλη τη διάρκεια αυτού του πολύμηνου αγώνα, άκουσα και ακούσαμε πολλά. Εύκολα λόγια, εύκολη κριτική, κατ’ εξοχήν από αυτούς που ευθύνονται για τη σημερινή δοκιμασία που περνάει κάθε ελληνική οικογένεια.  Περίσσεψε η υποκρισία, ο λαϊκισμός, οι θεωρίες για συνωμοσίες, η πατριδοκαπηλία, η αφοριστική κριτική, η απαξίωση τελικά των προσπαθειών του ίδιου του Ελληνικού λαού. Πολλοί «διέπρεψαν» στην προσπάθεια να πειστούν οι πολίτες, ότι ο αγώνας είναι μάταιος. Η ιστορία δεν τους δικαίωσε.  Ειδικά η Αξιωματική Αντιπολίτευση έχασε μια ιστορική ευκαιρία. Έχασε την ευκαιρία να αποδείξει ότι έβγαλε στην πράξη συμπεράσματα για τα σφάλματα του παρελθόντος, για το στρεβλό τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το πολιτικό σύστημα για δεκαετίες. Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις μας, η Νέα Δημοκρατία έχασε την ευκαιρία να συμμετέχει στην εθνική προσπάθεια και, τελικά, στην επιτυχία της χώρας και του λαού μας, γιατί εξ αρχής διάλεξε να είναι στην εξέδρα και όχι στο στίβο της μάχης, ποντάροντας στην αποτυχία, στην αποτυχία της χώρας τελικά, προκειμένου να καρπωθεί κομματική οφέλη.  Ελπίζω, όσα κόμματα ακολουθούν αυτή την τακτική, να εξάγουν έστω και τώρα τα αναγκαία συμπεράσματα από την ανεπιτυχή ως τώρα αντιπολιτευτική τους στάση και να συμβάλουν εφεξής στην εθνική προσπάθεια.  Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι έχουμε μπροστά μας ένα καθαρό πεδίο, ένα ασφαλές πεδίο. Έχουμε πολλή δουλειά, όμως, έχουμε πολλές αλλαγές να κάνουμε. Όσα πετύχαμε μέχρι τώρα, όμως, ό,τι και να καταφέρουμε, όλα θα πάνε στράφι, αν εμείς δεν συνεχίσουμε τη μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε για τις μεγάλες αλλαγές, τις ριζικές αλλαγές στη χώρα μας.  Όπως είπα και χθες, θα συνεχίσουμε τον αγώνα και θα τα καταφέρουμε και πάλι. Η Ελλάδα θα αλλάξει, μέσα από διάλογο, αλλά θα αλλάξει. Δημοκρατικά, αλλά ριζικά και αποφασιστικά.  Είναι ο μόνος τρόπος, για να μην ζήσουν ξανά τα παιδιά μας τη θανάσιμη απειλή του χρέους, τις επόμενες δεκαετίες. Είναι ο μόνος τρόπος, για να αποκαταστήσουμε τις όποιες αδικίες δημιούργησε το επείγον των αποφάσεών μας. Αλλά είναι και ο μόνος τρόπος, για να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα και δίκαιη και βιώσιμη, με ελπίδα και προοπτική, που σέβεται τους πολίτες της. Και αυτή ήταν και είναι η εντολή που μας έδωσε ο Ελληνικός λαός.