Είναι συγκεκριμένοι, επώνυμοι, με τίτλους επιστημονικής εγκυρότητας, επαγγελματικής καταξίωσης, κοινωνικής αξιοπιστίας. Εμφανίζονται άφοβα στην τηλεοπτική οθόνη ή αρθρογραφούν σε εφημερίδες, καταθέτουν λόγο νηφάλιο, με σαφή ανάληψη της ευθύνης για την τόλμη τους.  Καταγγέλλουν πολιτικές ενέργειες που συνιστούν ό,τι ακριβώς το Σύνταγμα των Ελλήνων και ο Ποινικός Κώδικας ορίζουν ως «έσχατη προδοσία», καταγγέλλουν και τα πρόσωπα της πολιτικής ηγεσίας που τις αναλαμβάνουν. Οι καταγγελίες είναι τεκμηριωμένες, μελετημένες, οι καταγγέλλοντες σοβαροί, δεν λαϊκίζουν. Σίγουρα υπάρχουν και αυτοί που εκμεταλλεύονται τις πρωτογενείς καταγγελίες: για να προκαλέσουν εντυπώσεις, να κερδίσουν δημοσιότητα, να εξάψουν τους επιπόλαιους – δεν μιλάμε γι’ αυτούς. Μετράνε οι σοβαροί, με το κύρος του λιτού, τεκμηριωμένου λόγου, τη νηφάλια εκφορά του, αυτοί που τίμια ρισκάρουν λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους.  Δεν είναι δυνατό να τους αγνοούν οι δικαστικές αρχές. Προκαλούν με τις καταγγελίες τους, στιγματίζουν πρόσωπα και λειτουργίες θεσμών, επηρεάζουν συνειδήσεις, διαμορφώνουν κοινή γνώμη. Ή πρέπει να διωχτούν για διασπορά ψευδών ειδήσεων, πρόκληση πανικού, υποδαύλιση εξέγερσης ή, αν αυτοί δικαιωθούν, να παραπεμφθούν για έσχατη προδοσία οι καταγγελλόμενοι. Τρίτη λύση δεν υπάρχει – αδιαφορία, αγνόηση, παράκαμψη για τέτοια καταγγελλόμενα δεν νοούνται σε έννομο κράτος, σε συντεταγμένη πολιτεία.  Θα μπορούσαν οι πολιτικές ηγεσίες να καλέσουν τους καταγγέλλοντες σε δημόσιο διάλογο, να απαντήσουν στις κατηγορίες, να διαφωτίσουν την πανικόβλητη κοινή γνώμη. Αλλά κάτι τέτοιο το έχουν ξεμάθει οι πολιτικοί, εδώ και δεκαετίες: κάθε «ντιμπέιτ» το μεταβάλλουν αυτονόητα σε παράλληλους μονολόγους. Δεν ξέρουν να συζητήσουν, δεν μπορούν, κάθε απόπειρα για διάλογο την οδηγούν σε κοκορομαχία.  Όμως, όταν μένουν αναπάντητες οι καταγγελίες για κοινωνικά εγκλήματα, πολιτικά κακουργήματα, ενέργειες «έσχατης προδοσίας» πυροδοτείται η ανεξέλεγκτη οργή, κυοφορείται η τυφλή βία, η ζούγκλα της αυτοδικίας.  Γι’ αυτό και έχουμε ανάγκη την παρέμβαση της ανεξάρτητης Δικαστικής Εξουσίας. Ειδικά στις περιπτώσεις πολλαπλών ενδείξεων ότι οι κυβερνήσεις ενεργούν ερήμην ή ενάντια στο κοινωνικό συμφέρον. Τότε οι θεσμοί της Δικαιοσύνης φτάνουν στο απόγειο καταξίωσης του ρόλου τους, σημαδεύουν την Ιστορία.  Οι αναπάντητες καταγγελίες σήμερα συνοδεύονται (ή και προκύπτουν) από ελλιπή έως ανύπαρκτη ή απολύτως αναξιόπιστη πληροφόρηση των πολιτών. Μην ξεχνάμε ότι κατέστη παροιμιώδης διεθνώς η έκφραση «Greek Statistics»: δηλώνει ως δεδομένη την αναξιοπιστία των πληροφοριών που επισήμως παρέχει το ελλαδικό κράτος, οι κομματικές κυβερνήσεις του. Και αν οι κομματάνθρωποι που μας κυβερνούν δεν διστάζουν να παραπλανήσουν με ψευδή στοιχεία διεθνείς οργανισμούς τεράστιας ισχύος και κύρους, εύκολα συμπεραίνει ο πολίτης πόσο ασύστολο ψεύδος σερβίρετε για εσωτερική κατανάλωση από την εκάστοτε κυβερνητική προπαγάνδα. Την ευθύνη για την πάταξη του ψεύδους, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, την έχουν οι δικαστικοί – ποιος άλλος;  Το βαρύτερο από τα καταλογιζόμενα στη σημερινή κυβέρνηση είναι αυτό που ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει, εκ παραδρομής αλλά απερίφραστα, ομολογήσει: Ότι η Ελλάδα έχει πάψει να είναι κυρίαρχο κράτος. H πρωθυπουργική ομολογία βεβαίωσε δύο πράγματα: Ότι η κυβέρνηση και η Βουλή εκτελούν απλώς τις εντολές του ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου και του ΔNT, υπό την απειλή εκβιαστικών τελεσιγράφων. Και ότι αυτή η εξόφθαλμη υποτέλεια (που ομολογείται με θρηνωδίες αυτεξευτελισμού από βουλευτές της συμπολίτευσης) είναι το αποτέλεσμα της υπογραφής μιας δανειακής σύμβασης με την οποία η Ελλάδα παραιτείται από την κρατική της κυριαρχία και θέτει στη διάθεση των δανειστών της την κοινωνική της περιουσία (υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμους, νοσοκομεία, τον εξοπλισμό του στρατού, τα πολεμικά της αεροπλάνα και πλοία κ. ό. ά.), αλλά και όποιο αξιοποιήσιμο κάλλος της γης της ή θησαύρισμα του υπεδάφους της.  Λένε οι καταγγέλλοντες ότι δεν υπήρξε ποτέ, από την εμφάνιση του λεγόμενου αστικού ή εθνικού κράτους, δανειακή σύμβαση με την οποία να υποθηκεύεται η κρατική κυριαρχία και ακεραιότητα. Ότι και το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει τη «στάση πληρωμών» προς τους εξωτερικούς δανειστές, όταν το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί στις προϋποθέσεις επιβίωσης των πολιτών του – οι τόκοι των δανείων είναι πάντοτε συνάρτηση της διακινδύνευσης του δανειστή για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας του δανειολήπτη.  Έχει καταγγελθεί ότι ο σημερινός πρωθυπουργός εσκεμμένα και κατ’ εντολή μεθόδευσε την υπαγωγή της χώρας στον έλεγχο του ΔNT. Τεκμηριώνουν την καταγγελία συγκεκριμένες δηλώσεις του Στρος – Kαν και το γεγονός ότι, αντί να σπεύσει, με την ανάληψη της πρωθυπουργίας, στον απαραίτητο δανεισμό με το τότε χαμηλό επιτόκιο, περιφερόταν επί επτά μήνες στα διεθνή κέντρα και βήματα, διεκτραγωδώντας τη φαυλότητα και διαφθορά που είχαν οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή τη χώρα του. Έτσι προκάλεσε τη ραγδαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, που όταν κατέστησαν απαγορευτικά, εμφανίστηκε τάχα αναπότρεπτη η προσφυγή στο ΔNT.  Ελάχιστο δείγμα όλα τα παραπάνω των όσων καταιγιστικά καταγγέλλονται επωνύμως, με στέρεα λογική άρθρωση, δίχως λαϊκισμούς και ψευτοπατριωτισμούς. O πολίτης βυθίζεται στη σύγχυση και η σύγχυση γεννάει τον πανικό. H δικαστική εξουσία οφείλει να παρέμβει, αλλά και ο δημόσιος λόγος οφείλει να θυμίζει το πρωταρχικό έγκλημα της κομματοκρατίας που οδήγησε την ελλαδική κοινωνία στα νύχια των κερδοσκόπων, στον εφιάλτη του «Mνημονίου»: Το κομματικό κράτος του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, οι εξωφρενικά διευρυμένες, φαυλεπίφαυλες κουζίνες ή καμαρίλες των «κομμάτων εξουσίας», έστησαν τριάντα χρόνια στη χώρα μας γλέντι οργιαστικό, ασύδοτο, χρεώνοντας εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα χρέος ιλιγγιώδες. Και το χειρότερο: μας έφτασαν να κληροδοτούμε στις επερχόμενες γενεές ατιμασμένο το ελληνικό όνομα, αφορμή καταισχύνης.  Αυτό το καταγωγικό της σημερινής καταστροφής έγκλημα υπάρχουν αναστήματα των θεσμών της Δικαιοσύνης ικανά και αποφασισμένα να το δικάσουν;