Όλα δείχνουν ότι η πλειονότητα των πολιτών θα ψηφίσει και πάλι ενορμητικά, δίχως σκέψη και κρίση, με αντίδραση ενστικτώδη: Δεν αντέχει να ξαναδεί στους υπουργικούς θώκους τους αυτουργούς των εγκλημάτων (ή τους χειροκροτητές των αυτουργών) που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής εκατομμυρίων Ελλήνων.     Και δυστυχώς η ενστικτώδης αντίδραση δεν εκφράζει διαυγή δικαιοκρισία. Αν η αποστροφή και η αηδία διέσωζαν και αντανακλούσαν αμεροληψία, ο κυρίως χαμένος των εκλογών θα ήταν ο συνεπέστερος συνεχιστής του πασοκικού (πράσινου και γαλάζιου) αμοραλισμού: ο ΣYPIZA. Είναι η αυθεντικότερη σήμερα (χωρίς απόπειρες να τηρηθούν προσχήματα) συνέχιση του ατόφιου παλιού. Μας προτείνει να ψηφίσουμε το ηδονικό παράλογο: Να επιβάλουμε με «νταηλίκι» τον παρασιτισμό μας σαν να οφείλουν να τον σέβονται εσαεί οι δανειστές μας. Να μην αλλάξει τίποτα στο πεθαμένο κράτος μας, από το οποίο πρέπει να τρέφονται όλοι οι Έλληνες χωρίς να παράγουν το παραμικρό.   Ελπίδα δεν υπάρχει, λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο δεν μπορούν να γεννήσουν θαυματουργικά οι εκλογές. Το λαϊκό αισθητήριο, δηλαδή το ένστικτο αυτοσυντήρησης, έχει φανερά καταστραφεί, έχει υποκατασταθεί από τα ορμέμφυτα που ωθούν στον τζόγο. Ψηφίζοντας ΣYPIZA ποντάρει ο λαός στο «όλα ή τίποτα»: ρισκάρει την άβυσσο που προαναγγέλλουν οι επαΐοντες ελπίζοντας στον θρίαμβο του «τσαμπουκά» που ευαγγελίζεται ο Tσίπρας.   Κάτι καινούργιο δεν έχει γεννηθεί, τους όρους της εκλογικής αναμέτρησης συνεχίζει να τους καθορίζει το παλιό: ο πρωτογονισμός του Eλλαδίτη να έχει το κράτος υποχείριο των ατομικών του ορέξεων (με τα κόμματα σε ρόλο νταβαντζή), όχι υπηρέτη των σχέσεων κοινωνίας. Αυτός ο πρωτογονισμός χαρίζει σαρωτική δυναμική στον νεαρό δημοκόπο. Του επιτρέπει να υπόσχεται ακόμα και εθνικοποίηση των Τραπεζών, έτσι ώστε ο κάθε πικραμένος απότοκος του ανύπαρκτου λυκείου και του διαλυμένου ελλαδικού πανεπιστημίου να μπορεί να φαντασιώνεται τον εαυτόν του, διορισμένον από το κόμμα, πίσω από τραπεζικό γραφείο.    Αυτόν τον πρωτογονισμό, την απίστευτη ευκολία της ελλαδικής κοινωνίας να συντάσσεται με το ηδονικό παράλογο, δούλεψαν για να τον επιβάλουν, επίμονα και μεθοδικά, τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια, ποικίλοι κρατικοί θεσμοί: O διαβόητος OΠAΠ (εξηλιθιώνοντας τις μάζες με την ποδοσφαιρολαγνεία και τον κρατικό τζόγο), οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας (μαστορεύοντας έντεχνα την αγλωσσία – ασκεψία και την αφελληνισμένη «διεθνιστική» συνείδηση), ο κρετινισμός και η ευτέλεια της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής ποδηγέτησης του λαού. Αυτόν τον θρίαμβο της εμμονής στο ηδονικό παράλογο συνόψιζε η εδώ φράση: Καταψηφίζουμε με οργή τους παλιούς ζητώντας σε καινούργιους δημοκόπους ατόφιο το παλιό.    Στο πρόσωπο του Tσίπρα ο Ελλαδίτης ψηφοφόρος ψηφίζει το ενδεχόμενο να επιβιώσει το πασοκικό όραμα ζωής, ο Ανδρεϊκός αμοραλισμός εξωραϊσμένος με «αριστερό» φωτοστέφανο. Να πραγματώσει ο ψηφοφόρος του Tσίπρα το ιδανικό πρότυπο που σάρκωσε ο Tσοχατζόπουλος: να μπορέσει «να κάνει την καλή» προσκολλημένος σε κόμμα εξουσίας και ζώντας πριγκιπικά από το δημόσιο χρήμα – όπως ο Aκης. Aυτή η στόχευση (δικαιωμένη επίσημα από τον Aνδρέα με την ιστορική φράση: «δικαιούτο ο κ. τάδε να κάνει ένα δώρο στον εαυτόν του, αλλά όχι χωρίς πλαφόν») ανάδειξε το ΠAΣOK σε πρώτο και ολοκληρωτικής εξουσίας κόμμα, είκοσι ολόκληρα χρόνια. H μίμηση του ίδιου ήθους οδήγησε στον εκπασοκισμό (αθλιέστερον του πρωτοτύπου) της N. Δ. των K. Mητσοτάκη και K. Kαραμανλή του βραχέος. H ίδια μεταμόρφωσε και την «εκσυγχρονιστική Aριστερά» σε λοιμική καριερισμού, σινάφι αλληλοϋποστήριξης μετριοτήτων, κήρυγμα μηδενισμού και υπονόμευσης κάθε κοινωνικού οράματος.     Έτσι, τώρα πια, άλλη διέξοδος δεν υπάρχει, η ελλαδική κοινωνία λαχταράει ατόφιο το παλιό, θα ψηφίσει τον Tσίπρα. Λαϊκό όραμα στην Ελλάδα άλλο από τον Ανδρεϊκό συλλογικό παρασιτισμό δεν έχει εμφανιστεί. Οι εκκλήσεις εξισορροπιστών διανοουμένων για ορθολογική εκλογική συμπεριφορά είναι εξ ορισμού άγονες, οι κοινωνίες συντάσσονται με οράματα (ζωηφόρα ή νεκροφόρα), όχι με κανονιστικές συνταγές. H μεγάλη μερίδα του λαϊκού σώματος που γεύτηκε, περισσότερο ή λιγότερο, τα τσοχατζοπούλεια ήθη, τάσσεται σήμερα με το «νταηλίκι» Tσίπρα: Να επιβάλουμε τον παρασιτισμό μας σαν ιδιαιτερότητα που οφείλουν να σέβονται στο διηνεκές οι δανειστές μας.   Πόσες είναι οι γρηγορούσες ελληνικές συνειδήσεις που αντέχουν να δουν κατάματα την πραγματικότητα; O Ελληνισμός έχει προ πολλού τελειώσει μέσα στα όρια του ελλαδικού κρατιδίου. Ξεπουλήσαμε τη γλώσσα, την ιστορική συνέχεια της ελληνικής γραφής, την ιστορική συνείδηση, την επίγνωση διαφοράς πολιτισμού από τη Δύση, αλλοτριώσαμε τη λαϊκή παράδοση σε φολκλορικό αξιοπερίεργο, χλευάσαμε προκλητικά το σέβας του «ιερού». Τώρα ήρθε η ώρα να παίξουμε στον τζόγο, κορώνα – γράμματα, και την κρατική μας υπόσταση: το μίζερο, κωμικό, μεταπρατικό μας πολιτειακό σχήμα. Ποντάρουμε στον Tσίπρα, όλα ή τίποτα. Το «όλα» σημαίνει νοσταλγία του ηδονικού τσοχατζοπουλικού προτύπου, το «τίποτα» τον εφιάλτη της δραχμής, τη ζούγκλα της αναρχίας, της αιματοχυσίας.    Όποιος θεωρεί σχήμα υπερβολής την παραπάνω πιστοποίηση και πρόβλεψη, ας μελετήσει νηφάλια τις δυο φιγούρες που θέλουν να αντιπροσωπεύουν το εναλλακτικό ενδεχόμενο. O Αντώνης Σαμαράς: ένα αλαφιασμένο, πανικόβλητο παιδάριο που χτυπιέται απεγνωσμένα βλέποντας να του παίρνουν οριστικά το γλειφιτζούρι της πρωθυπουργίας, ενώ το πίστευε πια ολοδικό του. O πανικός του γίνεται μια νευρόσπαστη κωμική επιθετικότητα, παλεύει να πολεμήσει τον Tσίπρα πιθηκίζοντας τη λογική και τα επιχειρήματα του Tσίπρα, ούτε και καταλαβαίνει ότι παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου του. Ακόμα και αυτή την ύστατη στιγμή είναι αδύνατο να σοβαρευτεί, να αρθρώσει, αντί για επιθετικές καταγγελίες, λόγο νηφάλιο, λιτό, καίριο – να τον εμπιστευθούν οι πολίτες για τη σοβαρότητά του, μόνο γι’ αυτήν.    Από δίπλα η πληθωρική φιγούρα του αμετανόητου πασοκικού αμοραλισμού, στεατώδης ενσάρκωση του «είπα – ξείπα». Χωρίς καμιά ποτέ αιτιολόγηση ή συγγνώμη για την ολοπρόθυμη επί δεκαετίες συμπαιγνία με ολόκληρο το φάσμα της φρενιτιώδους, κακουργηματικής ακολασίας των πασοκανθρώπων. Συνέπραξε με όλους ο Ευάγγελος Βενιζέλος, γι’ αυτό και κατέληξε πολιτικά ανύπαρκτος σήμερα, χαρισματικός αλλά τελεσίδικα αναξιόπιστος.    Παρ’ όλα αυτά, η ψήφος παραμένει τελευταία και απελπισμένη μας άμυνα. Με κριτήριο: να κρατηθεί η χώρα στο ευρώ, δηλαδή να αποτραπεί η ζούγκλα της ακυβερνησίας, το αίμα.