Ζούμε μια συντελεσμένη καταστροφή, με συνέπειες που πληθύνονται και μεγεθύνονται σαν χιονοστιβάδα ή κύμα παλιρροϊκό: Εκατοντάδες χιλιάδες από τον ενεργό πληθυσμό της χώρας βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας. H τολμηρή και δημιουργική μερίδα της κοινωνίας μας, οι μικροί και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, εξοντώνονται μεθοδικά. Οι υπάλληλοι του κράτους και οι συνταξιούχοι υφίστανται μεταχείριση δουλοπάροικων. Το πιο βασανιστικό από όλα είναι η άγνοια για το τι θα ξημερώσει, ο πανικός της αβεβαιότητας για το αύριο, η ολοκληρωτική ανελπιστία.  Μόνοι απαθείς, οι κομματάνθρωποι και οι συνδικαλιστές. Οι μεν συνεπαρμένοι, σαν τον μανιακό χαρτοπαίκτη, από την αξιοποίηση της συμφοράς για ψηφοθηρικά πλεονεκτήματα – άρρωστοι άνθρωποι. Οι δε, σε υστερία και παρανοϊκή τυφλότητα, συνεχίζουν «αγώνες» απεργιακούς βυθίζοντας τη χώρα κάθε μέρα και πιο βαθειά στο αδιέξοδο, στη νέκρα. Ακόμα και αυτή την ύστατη ώρα, κομματάνθρωποι και συνδικαλιστές, επιμένουν να βεβαιώνουν την εκδοχή τους για την πολιτική σαν σεξουαλική διαστροφή νεκροφιλίας: Αντλούν ηδονή από τη λαγνεία για εξουσία έστω και σε χώρα ρημαγμένη, πεθαμένη. Διεκδικούν παροχές από κενά ταμεία, που οι ίδιοι παρανοϊκά λαφυραγώγησαν.  Επιπλέον συμφορά στα δεδομένα της καταστροφής, μια πολυφωνική βαβούρα δημόσιου λόγου ανερμάτιστου, αυθαίρετου, υπηρετικού πολυποίκιλης ιδιοτέλειας: Ερμηνείες του καταντήματος της χώρας, αναλύσεις, δεοντολογικές προτάσεις που μόνο ο κρετινικός λαϊκισμός ή η αμειβόμενη πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα δικαιολογούσαν. Και οδηγούν τα πλήθη σε διαλυτική του κοινωνικού ιστού αλογία. (Κάποιοι κάποτε στρατευθήκαμε, με ενθουσιασμό και με ρίσκο, στο αίτημα για «ελεύθερη ραδιοφωνία», δεν μπορούσαμε οι αφελείς να φανταστούμε ποια λοιμική κυοφορούσε το αίτημα, ποια τυραννική επιβολή και πλημμυρίδα υπανάπτυξης, κρετινισμού, αναίδειας, αγραμματοσύνης θα εκπόρνευε ραδιοφωνικά την ελλαδική κοινωνία. Επιτέλους, ο κιτρινισμός, το πρακτοριλίκι, η αμάθεια, στην έντυπη δημοσιογραφία ελέγχονται, έστω και υποτυπωδώς, από τον φόβο ότι «τα γραπτά μένουν» και οι εισαγγελείς συμβαίνει να αφυπνίζονται ενίοτε. Ενώ στα ραδιόφωνα, αμέτρητα πια και ασυμμάζευτα, ο κάθε τυχάρπαστος, αστοιχείωτος και ψυχοπαθολογικά χυδαίος μπορεί να παριστάνει τον δημοσιογράφο, τον «ελευθερόστομο», «πικάντικο» σχολιαστή που «τα λέει όλα» διαστρέφοντας την είδηση, καταστρέφοντας τη γλώσσα, καθιστώντας αυτονόητη τη συκοφαντία, τη χυδαιότητα. Από τα πιο οδυνηρά συμπτώματα του παρακμιακού εκφυλισμού μας είναι η απάθεια της EΣHEA για το κατάντημα της ραδιοφωνικής «δημοσιογραφίας»).  Αλλά και των σοβαρών αναλύσεων και προτάσεων οι αντιφάσεις, η ασυνέπεια, η αυθαιρεσία, συνιστούν επίσης καίρια αιτία σύγχυσης, επομένως βυθισμού στην παραλυτική ανελπιστία. Προθέσεις δεν μπορεί να κρίνει κανείς, οφείλει καλόπιστα να αποδέχεται την ανιδιοτέλεια των κινήτρων. Αναπόφευκτα όμως απορεί: H σοβαρή δημοσιογραφία που ισχυρίζεται (όχι χωρίς αξιόπιστες ενδείξεις) ότι η E.E., η EKT και το ΔNT εφαρμόζουν στην Ελλάδα τη συνταγή εσκεμμένης καταβύθισης της χώρας στην ύφεση (The Shock Doctrine – The Disaster Capitalism, που κατήγγειλε στο περιβόητο βιβλίο της η Naomi Klein), πώς ερμηνεύει η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία την αδυσώπητη επέκταση της καταστροφικής απειλής και σε χώρες – πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος; Tο δόγμα της εσκεμμένης καταστροφής αδύναμων (ή φαύλης διαχείρισης) οικονομιών είναι θεωρητικό πρόταγμα ενδεχόμενης στρατηγικής ή δεδομένος μηχανισμός επιβολής συμφερόντων; Και η έμφαση στην απειλή, την ενορχηστρωμένη από διεθνείς κερδοσκόπους, δεν αμβλύνει σημαντικά την ευθύνη φαύλων, ανίκανων, ασυνείδητων κυβερνήσεων που κατακλέψανε και διασπάθισαν το κοινωνικό χρήμα, χωρίς ποτέ να δώσουν λόγο για τα εγκλήματά τους;   Αλλά και η επίσης σοβαρή δημοσιογραφία που φρικιά στο ενδεχόμενο να ψελλίσει η Ελλάδα την παραμικρή αντίρρηση στη συνταγή «ίασης» την εκβιαστικά (με απάνθρωπη ωμότητα) επιβαλλόμενη από τους δανειστές της, συνταγή ολοφάνερα πια λαθεμένη και σαδιστικά καταστροφική, γιατί η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία αγνοεί ή παρακάμπτει την ενδοευρωπαϊκή αντίδραση και οργή για τους επιβαλλόμενους στην Ελλάδα εξοντωτικούς όρους αποπληρωμής των χρεών της; Γιατί αντιπαρέρχεται τους καταπέλτες αντιρρήσεων που εξαπολύουν κορυφαία και συμβολικά αναστήματα της νεότερης ευρωπαϊκής Ιστορίας: Xέλμουτ Σμιτ, Zακ Nτελόρ, Xέλμουτ Kολ; Γιατί ειρωνεύονται και χλευάζουν κάθε αίτημα κριτικής επαναδιαπραγμάτευσης των απάνθρωπων και εξευτελιστικών όρων που τίθενται για κάθε δόση τοκογλυφικού δανείου από τους «εταίρους» μας;   Σίγουρα, ο βυθισμός στην ύφεση είναι πια μια παγκόσμια απειλή, έκφανση κρίσης όχι μόνο οικονομικής. H αυτονόμηση της οικονομίας από την πραγματικότητα των αναγκών κοινωνίας της χρείας, η αυτονόμηση και της πολιτικής από το κοινωνικό γεγονός, αφήνουν ακάλυπτες τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες που γέννησαν τόσο την οικονομία όσο και την πολιτική. Την Ιστορία την κινούν οι κοινές ανάγκες, όχι τα κερδοσκοπικά βίτσια ή η ψυχανώμαλη εξουσιολαγνεία, ούτε τα ιδεολογήματα ή οι «αξίες» και τα «ιδεώδη». Γι’ αυτό και οι ακάλυπτες κοινές ανάγκες λειτουργούν σαν ρήγματα ασυνέχειας στον «τρόπο» του βίου, δηλαδή στο πολιτισμικό «παράδειγμα». Το θαυμαστό νεωτερικό «παράδειγμα» τρίζει, την κατάρρευσή του απεργάζονται νομοτελειακά οι ακάλυπτες πραγματικές ανάγκες των οργανωμένων κοινωνιών.  Με δεδομένους τους τριγμούς του «παραδείγματος» κάποιοι επιμένουν ακόμα: να κατορθώσει η Ελλάδα την «ασφαλή» μετάβαση από τη βιομηχανική κοινωνία (που δεν την κατορθώσαμε ποτέ) στην παραγωγή «παγκοσμιοποιημένων υπηρεσιών» και υψηλής τεχνολογίας (που σαφώς δεν είναι το ταλέντο μας).  Υπάρχει όμως αγνοημένη και η άποψη πως η χρεοκοπημένη στο νεωτερικό «παράδειγμα» Ελλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει στη μετανεωτερικότητα, αν κομίσει ρεαλιστική απάντηση στις ακάλυπτες ανάγκες για εξανθρωπισμένη οικονομία και πολιτική. Τη ρεαλιστική απάντηση την έχει στη γλώσσα του ο Έλληνας και στους ιστορικούς εθισμούς του.