Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ραγδαίες κάτι που μπορεί προφανώς να διαπιστωθεί από το ενδιαφέρον των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες έστρεψαν την προσοχή τους στην Μέση Ανατολή και κυρίως στην Συρία. Φυσικά αυτό το ψυχροπολεμικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στην Ρωσία και τις ΗΠΑ, δεν αποτελεί το μοναδικό κρούσμα σύγκρουσης αντιθετικών συμφερόντων στην περιοχή, καθώς από τις αρχές του έτους, έχει γίνει αντιληπτή μια έντονη Τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, η οποία συνεχώς και βαίνει κλιμακούμενη.

Αν κοιτάξουμε στις αρχές αυτής της κλιμακούμενης πορείας, θα διαπιστώσουμε την στροφή της Άγκυρας σε τέτοιου είδους ενέργειες, ύστερα από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Κύπριου προέδρου Νίκου Αναστασιάδη και του τουρκοκύπριου ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζή. Από αυτό το στοιχείο, μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματική πρόθεση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, είδη από τα προηγούμενα χρόνια. Η πάγια τουρκική αρχή ήταν η επίτευξη της διατήρησης των τουρκικών συμφερόντων στην Κυπριακή ΑΟΖ, καθώς και η εκτόπιση της ελληνικής επιρροής από τις περιοχές που συνδέουν συνοριακά την ελληνική ΑΟΖ με αυτή της Κύπρου. Η αποτυχία αυτή, οδήγησε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνδυασμό με την κακή πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Τουρκία, σε μια αύξηση των παραβιάσεων και των αμφισβητήσεων των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η αλαζονική στάση της Τουρκίας έναντι της συμμαχίας, συζητήθηκε πρόσφατα στο αμερικάνικό Κογκρέσο, όπου μάλιστα βουλευτές του Δημοκρατικού και Συντηρητικού κόμματος, έχουν ζητήσει επανειλημμένα την απομάκρυνση της γείτονας χώρας από την Βορειοατλαντική συμμαχία, αφού εκείνη απειλεί την ασφάλεια της Δύσης με τις πρακτικές που ακολουθεί τον τελευταίο καιρό. Αν και είναι αρκετά δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο, ωστόσο μια σταδιακή απομόνωση της Τουρκίας από τις δυτικές χώρες γίνεται όλο και πιο αισθητή, ακόμη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση που υποστήριξε για πρώτη φορά σθεναρά τις ελληνικές θέσεις καθώς και τα ευρωπαϊκά σύνορα έναντι των τουρκικών παραβιάσεων.

Καθώς στην χώρα τα ζητήματα πλέον κυλούν γύρω από μια συζήτηση ενδεχόμενης πολεμικής σύρραξης με την γείτονα, τα πραγματικά ζητήματα αυτής της έντασης δεν έχουν αναλυθεί σωστά από τα ΜΜΕ καθώς και από τους περισσότερους αναλυτές. Ουσιαστικά όλες οι πιέσεις που ασκεί η γείτονα, πηγάζουν από δύο διαφορετικές αιτιάσεις. Η σταθερή και μεθοδευμένη πολιτική της Τουρκίας, η οποία έχει ως κύριο σκοπό την αμφισβήτηση σημαντικών νήσων της ελληνικής πλευράς, ώστε αφενός να μην επιτρέψει στην Ελλάδα την επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό που μας δίδεται από την συνθήκη του Montego Bay, που η γείτονα δεν έχει υπογράψει και αφετέρου να κερδίσει η τουρκική πλευρά το πλεονέκτημα της γκριζοποίησης των νήσων, επιτυγχάνοντας την διχοτόμηση του Αιγαίου με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ερχόμενοι τώρα σε μια στρατιωτική ανάλυση, θα πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί στον χειρισμό τέτοιων σημαντικών θεμάτων που απειλούν την ενότητα και την ειρήνη στην περιοχή μας. Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγούμε την σκέψη μας από μια έπαρση ως προς τις δυνατότητες των οπλικών μας συστημάτων, γιατί αποτελεί επίσης μια ακόμη λαϊκιστική έξαρση που εντείνεται στον χώρο των blog’s και των φυλλάδων που έχουν ως μοναδικό στόχο το κέρδος ορισμένων επισκεπτών με οικονομικό όφελος. Μια σύγκρουση δηλαδή με την Τουρκία, προφανώς θα οδηγούσε σε έναν όλεθρο και για τις δυο πλευρές, καταστρέφοντας κάθε δυνατότητα της χώρας μας για επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Έτσι λοιπόν, οι πολιτικές που πρέπει να ακολουθεί η χώρα μας είναι πάντοτε στον γνώμονα της υποστήριξης από άλλες δυνάμεις, ώστε να επιτυγχάνουμε σημαντικά αποτελέσματα.

Το μέλλον, σύμφωνα πάντα με τις αναλύσεις του ΚΥΣΕΑ, είναι δυσοίωνο, αφού στην Τουρκία μετά τις εκλογές θα αναδειχθεί μια κυβέρνηση ακροδεξιών, που θα εντείνει έτη περαιτέρω την κλιμάκωση και ίσως πιθανά επεισόδια όπως αυτό των Ιμίων.

Όλη αυτή η κατάσταση, μπορεί να ανατραπεί με μια άμεση και αιφνιδιαστική κίνηση από πλευρά μας, που θα οδηγήσει την Τουρκία του πονηρού Ερντογάν σε ένα τετελεσμένο γεγονός, σε ότι αφορά την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η προκήρυξη λοιπόν πρόωρων εκλογών στην γείτονα, μπορεί να οδηγήσει την χώρα μας σε μια εθνική ευκαιρία, αποτρέποντας με τον τρόπο αυτό μια αρνητική εξέλιξη στο μέλλον.

Θα μπορούσε σε αυτό το διάστημα των δύο μηνών, που η Τουρκία βρίσκεται σε προεκλογικό πυρετό, η χώρα μας να ανακηρύξει ΑΟΖ καθώς και να προχωρήσει σε μονομερή οριοθέτηση της, βγάζοντας την Άγκυρα από αυτό το ανατολίτικο παζάρι που έχει οδηγήσει σε ένα πονοκέφαλο άνευ προηγουμένου. Ουσιαστικά το όφελος μιας τέτοιας διαδικασίας, θα ήταν πολύ μεγάλο για μια σειρά σημαντικών λόγων.

Αρχικά μια τέτοια διαδικασία, θα οδηγούσε την Τουρκία σε ένα τετελεσμένο γεγονός, όπου δεν θα είχε το δικαίωμα άρσης του η αμφισβήτησης του, διεκδικώντας φυσικούς πόρους που ανήκουν αντικειμενικά στην ελληνική πλευρά. Με την Τουρκία να βρίσκεται στην διαδικασία ανάδειξης κυβερνήσεως, θα ήταν αδύνατον να αποτρέψει ακόμα και με έμψυχο δυναμικό μια τέτοια διαδικασία, καθώς θα έθετε σε κίνδυνο τον ίδιο τον πρόεδρο της Τουρκίας. Επίσης, θα οδηγούσε προφανώς την χώρα μας σε εκμετάλλευση των κοιτασμάτων που διαθέτει, φέροντας χρήματα που είναι αναγκαία για την στήριξη της οικονομίας, ενώ παράλληλα θα ενισχύονταν σταδιακά η απασχόληση στον κλάδο των πετρελαιοειδών.

Ένα επίσης σημαντικό όφελος θα ήταν η υποστήριξη των χωρών μελών της ΕΕ που θα ήθελαν να απεξαρτηθούν σταδιακά από την ρωσική ενέργεια, εκμεταλλεύοντας τα ευρωπαϊκά κοιτάσματα. Μια τέτοια διαδικασία λοιπόν, θα οδηγούσε σε ένα ισχυρό σοκ τον σουλτάνο Ερντογάν, χτυπώντας τον κυριολεκτικά στο πιο ευαίσθητο σημείο, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, για την ανάδειξη του ή όχι σε πρόεδρο της Τουρκίας. Αυτό το στοιχείο, από μόνο του αποτελεί ευκαιρία της Δύσης, να σπρώξει τον αλαζόνα Ερντογάν στην έξοδο από την προεδρία αφού μια τέτοια πολιτική θα μεταφράζονταν από την τουρκική κοινή γνώμη ως αποτυχία του προέδρου να εφαρμόσει όσα έλεγε με στόμφο στις ομιλίες του. Είναι γεγονός πως τον Ερντογάν δεν τον θέλει κανείς πλέον, αφού έχει καταλύσει την δημοκρατία και τους θεσμούς και με τις απειλές του έχει εξοργίσει τις συμμαχικές χώρες, που απειλούνται σχεδόν καθημερινά, με το πιθανό άνοιγμα των συνόρων για τους μετανάστες από την Τουρκία, αφήνοντας ανεξέλεγκτες τις ροές.

Η Ελλάδα με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε, να διεισδύσει στην γείτονα, διαμορφώνοντας ένα αποτέλεσμα, που θα της ήταν τουλάχιστον, λιγότερο δυσάρεστο από αυτό που αναμένεται να υπάρξει μετά τις εκλογές που θα πραγματοποιηθούν στις 24 Ιουνίου. Αποτελεί λοιπόν για την χώρα μας μια μεγάλη εθνική ευκαιρία, να αντιστρέψουμε τις απειλές στην γείτονα, οδηγώντας σε έναν κατευνασμό και μια επιδίωξη καλών σχέσεων και συνεργασίας με την Άγκυρα, που πέραν των υπαρχόντων ζητημάτων που θέτει συνέχεια η τουρκική ηγεσία στο τραπέζι, δεν υπάρχουν άλλες διαφορές και αντιθέσεις.