Οι φόροι ροκάνισαν την ανάπτυξη στα χρόνια των Μνημονίων, όπως προκύπτει από ανάλυση η οποία ενσωματώνεται στην ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αξιολογώντας την πορεία των φορολογικών εσόδων και του ΑΕΠ την περίοδο 2007-2017, η ανάλυση δείχνει ότι η φορολογική πολιτική λειτούργησε προκυκλικά. Στην περίοδο ανόδου του ΑΕΠ τα φορολογικά έσοδα μειώνονταν, ενώ στην καθοδική φάση αυξάνονταν, προκαλώντας στην πρώτη περίπτωση διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος και στη δεύτερη μεγαλύτερη υφεσιακή διαταραχή.

Το 2017, το σύνολο των φορολογικών εσόδων αντιστοιχούσε στο 96,8% των φορολογικών εσόδων του 2007 ( ή 74,8 δισ. ευρώ το 2017 έναντι 77,3 δισ. ευρώ το 2007), όταν το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές ήταν μόλις το 74,6% του ΑΕΠ του 2007 ( 187,1 δις ευρώ έναντι 250,7 δις ευρώ το 2007). «Η αύξηση των φορολογικών εσόδων σε συνθήκες ύφεσης προήλθε κατά κύριο λόγο από τη μεγάλη και συνεχή αύξηση των φορολογικών συντελεστών στο εισόδημα, την κατανάλωση , τα κέρδη των επιχειρήσεων και την περιουσία με αρνητικές επιπτώσεις στην αναπτυξιακή δυναμική και τη φορολογική δικαιοσύνη» σημειώνει η ΤτΕ υπογραμμίζοντας την ανάγκη μείωσης των υψηλών φορολογικών συντελεστών.

Όπως τονίζεται, απαιτείται η υιοθέτηση ενός μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής που θα είναι φιλικότερο προς την ανάπτυξη. «Η υπερβολική εξάρτηση της δημοσιονομικής προσαρμογής από τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές συνιστά αντικίνητρο τόσο για την εργασία όσο και για τις επενδύσεις, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τη στροφή των δραστηριοτήτων προς την παραοικονομία και παρέχει κίνητρα για φοροδιαφυγή».

Το γενικό συμπέρασμα, κατά την αξιολόγηση των τριών Μνημονίων είναι σύμφωνα με την ΤτΕ ότι το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής επήλθε μέσω της αύξησης των φόρων και λιγότερο μέσω της μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης. Το γεγονός αυτό καθίσταται εντονότερο κατά το τρίτο πρόγραμμα, όταν η δημόσια κατανάλωση δεν συνέχισε την καθοδική της πορεία αλλά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη με αποτέλεσμα το κύριο βάρος της προσαρμογής να το φέρουν τόσο οι φόροι όσο και οι δημόσιες επενδύσεις.