Η ελάφρυνση χρέους, ως διακαής πόθος της ελληνικής κυβέρνησης, θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο της μεταμνημονιακής εποπτείας, η οποία δεν θα προβλέπει νέα μέτρα, αλλά θα αποκλείει κάθε σενάριο πισωγυρίσματος. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται οι θεσμοί στην τελική ευθεία του προγράμματος, εν μέσω αντικρουόμενων μηνυμάτων για την πορεία της 4ης αξιολόγησης. Η δημιουργία του αποθεματικού και η προληπτική γραμμή. Η ευελιξία με το ΔΝΤ και η στάση αναμονής για το αφορολόγητο.

Ο πυρήνας της εποπτείας

«Με την ελάφρυνση του χρέους» απαντούν εκπρόσωποι των θεσμών, στην ερώτηση πώς θα διασφαλίσουν τη διατηρησιμότητα των μεταρρυθμίσεων μετά τη λήξη του προγράμματος. Προϋπόθεση για την παροχή ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής θα είναι η λεγόμενη μη αντιστρεψιμότητα των ψηφισμένων μέτρων, χωρίς αυτό να ανοίγει παράθυρο για επιπλέον παρεμβάσεις, πέραν εκείνων που προβλέπουν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί μέσα από τη συμφωνία των πιστωτών με την ελληνική κυβέρνηση.

Θα πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή άτυπου προγράμματος από την «πίσω πόρτα», που θα βοηθήσει τις κυβερνήσεις χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία να διασκεδάσουν τις αντιδράσεις στο εσωτερικό των χωρών τους αναφορικά με το ελληνικό ζήτημα.

Το πρώτο έτος μετά τη λήξη του προγράμματος είναι εκείνο στο οποίο θα επικεντρώσουν ιδιαίτερα την προσοχή τους οι θεσμοί, προτού ο βαθμός της εποπτείας αρχίσει να αποκλιμακώνεται σταδιακά και ανάλογα με τις εξελίξεις.

Εξάλλου, στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι τον Αύγουστο 2018, οι πιστωτές πρόκειται να αφήσουν το δικό τους αποτύπωμα στο -κατά τα άλλα- ελληνικής ιδιοκτησίας σχέδιο ανάπτυξης για την περίοδο μετά το τέλος του προγράμματος, με την προδιαγραφή ότι «θα καθιστά ικανή την Ελλάδα να επιστρέψει αξιόπιστα στις αγορές».

Τα αδιάθετα ως αδιάθετα

Υψηλόβαθμος συνομιλητής της «Ν» άφηνε πρόσφατα ανοιχτό το ενδεχόμενο τα αδιάθετα χρήματα του τρίτου προγράμματος να παραμείνουν μέχρι τέλους αδιάθετα, τονίζοντας ότι πρόκειται για χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων, τα οποία ορισμένα κοινοβούλια ενδεχομένως θα ζητήσουν να επιστραφούν. Πάντως, σε όλα τα σενάρια, ένα μέρος του ποσού εμφανίζει αυξημένες πιθανότητες να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους στο ΔΝΤ.

Το προληπτικό αποθεματικό

Ως προς το αποθεματικό ύψους σχεδόν 20 δισ., το οποίο επιμελώς οικοδομεί η κυβέρνηση με την τεχνοκρατική αρωγή της Ευρωζώνης, οι θεσμοί το διαχωρίζουν από τη στρατηγική στο ζήτημα της προληπτικής πιστωτικής γραμμής, η οποία πάντως «θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη», αλλά «κανείς δεν τη θέλει σε αυτήν τη φάση». Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι όλες οι χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα του ESM δημιούργησαν ένα αντίστοιχο «μαξιλάρι» για να ενισχύσουν την αξιοπιστία στις αγορές.

Η αξιολόγηση ως προϋπόθεση

Η συζήτηση αυτή διεξάγεται εν μέσω της 4ης και τελευταίας αξιολόγησης, η οποία σύμφωνα με εκπροσώπους των πιστωτών μέχρι στιγμής εκπέμπει «ανάμικτα μηνύματα». Στόχος παραμένει η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, ωστόσο «δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις» για το τελικό αποτέλεσμα. Αναφορικά με το σενάριο χρονικής επέκτασης του μνημονίου, το μήνυμα είναι κατηγορηματικά αρνητικό σε αυτήν τη φάση. «Ένα τέτοιο σενάριο δεν υπάρχει στη συμφωνία» είναι η απάντηση που εισπράττει η «Ν».

Το σίριαλ  με το ΔΝΤ

Δεν θα ήταν καταστροφικό αν έφευγε, αλλά θα ήταν καλύτερο να μείνει. Στη θέση αυτή συμπυκνώνεται η προσέγγιση του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης αναφορικά με την ενεργό συμμετοχή του ΔΝΤ στη διαχείριση της ελληνικής υπόθεσης, η οποία μεταξύ άλλων θεωρείται καίρια για την αξιοπιστία στις αγορές.
Επί του παρόντος, το ευρωπαϊκό σκέλος των θεσμών κάθε άλλο παρά αποκλείει την ευόδωση του σεναρίου που φαίνεται να προκρίνει το ΔΝΤ, δηλαδή την εφαρμογή της μείωσης του αφορολόγητου το 2019 αντί το 2020. «Δεν έχουμε ακόμη την εικόνα. Θα πρέπει πρώτα να δούμε τα νούμερα στα πλεονάσματα».

Η πολιτική παράμετρος

Στον απόηχο διεθνών αναλύσεων, σύμφωνα με τις οποίες τυχόν πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο για την Ελλάδα στις αγορές, ευρωπαϊκοί παράγοντες επισημαίνουν τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας, ανεξάρτητα από μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Εξάλλου, «αμέσως μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οι αγορές αναμένεται ούτως ή άλλως να αντιδράσουν θετικά».

Αναφορικά με την ατζέντα μείωσης των φόρων, την οποία με έμφαση προκρίνει η αξιωματική αντιπολίτευση ως εναλλακτική πολιτική στο δημοσιονομικό σκέλος, οι θεσμοί μάλλον νίπτουν τας χείρας τους: «Θα ήταν όντως καλό να μειωθούν οι φόροι. Θα πρέπει όμως συγχρόνως να φροντίσει κανείς για τη διαφύλαξη των στόχων στα πρωτογενή πλεονάσματα».