Το φαινόμενο της άλογης, άσκοπης, αδίστακτης βίας των «κουκουλοφόρων» ή «αναρχικών» ή «μπαχαλάκηδων» είναι σχετικά καινούργιο: προϊόν των τελευταίων τριάντα περίπου χρόνων, δηλαδή της «μεταπολίτευσης».  Μάλλον το γέννησε και αυτό η δικτατορία. Οι δύο και μυθοποιημένες εξεγέρσεις των φοιτητών, στα κτήρια της Νομικής και του Πολυτεχνείου, νομιμοποίησαν στην κοινή συνείδηση, και δικαίως, την επιθετική απείθεια στο κράτος που αυθαιρετεί και περιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών. Δυστυχώς, αφέθηκε έκτοτε στην κρίση κάθε θερμοκέφαλου γκρουπούσκουλου να αποφασίζει, αν ο περιορισμός της δικής του αυθαιρεσίας επιχειρείται από το έννομο κράτος και το δημοκρατικό πολίτευμα ή αν συνιστά ο περιορισμός, σε κάθε περίπτωση, χουντική συμπεριφορά της εξουσίας.  Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τη δεύτερη κιόλας χρονιά εορτασμού της επετείου του Πολυτεχνείου, οι ένστολοι κρατικοί λειτουργοί οι επιφορτισμένοι να εξασφαλίσουν στους πολίτες τη δημόσια τάξη, ταυτίζονταν στα συνθήματα των διαδηλωτών με τους πραιτοριανούς της χούντας:  «Mπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». O σφετερισμός της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο από παρωπιδοφόρους ιδεοληπτικούς είχε αρχίσει, κάποιες κομματικές συντεχνίες είχαν συμφέρον να λογαριάζεται κάθε «αστική» διαχείριση της εξουσίας χουντική.  Σε κοινωνίες με πολύ χαμηλούς δείχτες κριτικής καλλιέργειας, η καπηλεία κοινωνικών αξιών και στόχων είναι ευκολότατη: Μειονότητες του κοινωνικού περιθωρίου, οπαδοί απάνθρωπων ολοκληρωτικών συστημάτων, καταφέρνουν να εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί υπέρμαχοι της ελευθερίας – στην Ελλάδα να μονοπωλούν τόσο την αντίσταση στη γερμανική κατοχή όσο και την αντίσταση στη χούντα. Έτσι, η ψυχολογική ταύτιση κάθε πορείας και διαδήλωσης με την αντίσταση σε κάποια χούντα (ή σε χουντική συμπεριφορά του κράτους) ήταν μια αυθαίρετη μεν προκατάληψη, που όμως καλλιεργήθηκε μεθοδικά από τους ιδεοληπτικούς του ολοκληρωτισμού στο μεταδικτατορικό κλίμα. Βρήκε πρόσφορο έδαφος κυρίως στο πεδίο της συντεχνιακής ιδιοτέλειας: Κάθε διεκδικητική «κινητοποίηση» συνδικάτου (ή και ομάδας ελάχιστων ατόμων με οποιοδήποτε ιδιοτελέστατο αίτημα) –κάθε πορεία, διαδήλωση, «κατάληψη» κτηρίου ή αποκλεισμός οδικών αρτηριών– εμφανιζόταν σαν αυτονόητο «δικαίωμα αντίστασης», σε ένα κράτος εξ ορισμού αντίπαλο του πολίτη. Δεν ενδιέφερε αν αυτή η «αντίσταση» ήταν ακραιφνώς ιδιοτελής και βάναυσα αντικοινωνική, βασανισμός ανήλεος δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, κυρίως της φτωχολογιάς.  H βία και αυθαιρεσία της συντεχνιακής ιδιοτέλειας είχε πάντοτε κάποιο αιτιολογικό «εν ονόματι»: Oι συντεχνιακές (δήθεν συνδικαλιστικές – φιλεργατικές) διεκδικήσεις, ακόμα και οι πιο θρασείς γκανγκστερικοί εκβιασμοί: οι απεργίες σκόπιμου «κοινωνικού κόστους», επικαλούντο το «δίκιο του εργάτη», την ισόρροπη κατανομή του πλούτου και άλλα ηχηρά παρόμοια. Ακόμα και η εφιαλτική «17 Nοέμβρη» δολοφονούσε με κτηνώδη ασυνειδησία, αλλά πάντοτε επιστρατεύοντας φλύαρες αερολογίες δικαιολογίας, που τις εμπιστευόταν σε μία κατ’αποκλειστικότητα εφημερίδα («Ελευθεροτυπία»).  Kαταλύτης για να καταστεί θεμιτή και αυτονόητη στην κοινή γνώμη η αυθαιρεσία και συνακόλουθα η βία, στάθηκε ο αμοραλισμός (αχαλίνωτος και ψηφοθηρικός) της ρητορικής και των συνθημάτων του Ανδρέα Παπανδρέου. Το φραστικό εύρημα: «το ΠAΣOK στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία» συνόψιζε, εξωράιζε και μυθοποιούσε την όλη εκμαυλιστική των μαζών πολιτική του Ανδρέα – τον «κοινωνικό μετασχηματισμό» που είχε επαγγελθεί και αδίστακτα πραγματοποιούσε. Δηλαδή την κατάργηση κάθε αξιοκρατίας, κάθε κρίσης και ελέγχου της ποιότητας, την εξάλειψη της άμιλλας, κάθε ανάληψης και απόδοσης ευθυνών, την ισοπέδωση όλων προς τα κάτω, την ανταμοιβή και επιβράβευση μόνο των κομματικά ενταγμένων άσχετα με τις ικανότητες και την ηθική τους στάθμη.   Συνεπικουρούμενη και από το παράδειγμα της προσωπικής βιωτής του, η πολιτική του Ανδρέα μετάγγισε στην ελλαδική κοινωνία «ανεπαισθήτως» τη βεβαιότητα ότι «όλα επιτρέπονται». Σε αυτή την ανεπαίσθητη αίσθηση, στο «όλα επιτρέπονται», συγκεφαλαιώνεται η εκπληκτική σε επιτυχία, ηροστράτεια και δαιμονικής ευφυΐας στρατηγική του. Βασικό γνώρισμα της ελλαδικής κοινωνίας έγινε η παντοδαπή αυθαιρεσία: έγινε τρόπος συμπεριφοράς, επιθετικής και άλογης, συντεχνιών και ατόμων, τρόπος που οδηγούμε και παρκάρουμε, που απεργούμε και διαδηλώνουμε, που χρηματιζόμαστε και φοροδιαφεύγουμε, τρόπος απόλυτης αδιαφορίας για οτιδήποτε και οποιονδήποτε δεν υπηρετεί το εγώ μας.   «Όλα επιτρέπονται» – ακόμα και τα ειδεχθή εγκλήματα μένουν ατιμώρητα: Απανθρακωθήκαν αθώοι στον εμπρησμό του «Mαρούση» και της «Marfin», λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν, καταστράφηκαν απειράριθμες ιδιωτικές περιουσίες, μόχθος και ιδρώτας βιοπαλαιστών, σχολικές και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις, ανυπολόγιστης αξίας τεχνολογικός εξοπλισμός, κορυφαία έργα τέχνης στην πρυτανεία της AΣKT. Δεν τιμωρήθηκε ποτέ κανένας. Oύτε για το στημένο στο Χρηματιστήριο έγκλημα το 1999, ούτε για τις εξωφρενικές «προμήθειες» από παραγγελίες για τον εξοπλισμό ή για νοσοκομειακό υλικό, ούτε για δόλιες κακοτεχνίες δημόσιων έργων, για σκάνδαλα δυσώδη όπως της Siemens ή του Bατοπεδίου.  Τριάντα χρόνια τώρα η αυθαιρεσία, η βία, το έγκλημα κουκουλώνονται, η Ελλάδα εθίστηκε στην κουκουλοφορία. Έτσι φτάσαμε «φυσιολογικά» και στις αγέλες των δυστυχισμένων, ψυχικά διαταραγμένων παιδιών, που ανήγαγαν τη βία σε ηδονή, την καταστροφή και το έγκλημα (την επιδίωξη να δολοφονήσουν) σε αυτοσκοπό. Δεν έχουν προσχηματικά «εν ονόματι», ιδεολογικές πλατφόρμες, ούτε καν συνθήματα. Κατεβαίνουν στους δρόμους «για να χτυπηθούν» και αν το καταφέρουν, να σκοτώσουν. Tον ψυχισμό τους τον διαμόρφωσε η επιβολή του «όλα επιτρέπονται», ο μηδενισμός των «προοδευτικών δυνάμεων» της μεταπολίτευσης.  Την Ελλάδα που ανέχθηκε όλα να τα κουκουλώνει, την αποτελειώνουν σήμερα οι κουκουλοφόροι.