Τα κόμματα αποδοκιμάστηκαν, η κομματοκρατία ζει και κυριεύει. Το αποδείχνει η σύνθεση της υπηρεσιακής κυβέρνησης που θα διενεργήσει τις εκλογές.     Ανάμεσα στους υπουργούς που τη συγκροτούν υπάρχουν άνθρωποι γνωστοί στον δημόσιο βίο – η σοβαρότητα, ανιδιοτέλεια, ικανότητά τους έχουν αποτιμηθεί από την κοινή γνώμη, θετικά ή λιγότερο θετικά. Υπάρχουν και υπουργοί που ανασύρθηκαν, χωρίς αιτιολογικά, από την αφάνεια, την ασημαντότητα. Και οι μεν και οι δε είναι κατάδηλο ότι δεν επελέγησαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτε από τον συνταγματικά προβλεπόμενο πρωθυπουργό.  Οφείλουν την τιμή που τους έγινε, σαφώς, στη διασύνδεσή τους με κάποιο κόμμα. Τα κόμματα σαφώς παζάρεψαν: σε ποιο υπουργείο ποιο κόμμα θα στείλει ποιον εκλεκτό του.      H περίπτωση της υπηρεσιακής κυβέρνησης (βραχύβιας και χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες) ενδιαφέρει μόνο ως επικουρικό τεκμήριο για την αποφυγή ψευδαισθήσεων:  Το πολίτευμα της Ελλάδας δεν είναι δημοκρατία, είναι κατ’ εξακολούθησιν κομματοκρατία.  Στον ελλαδικό δημόσιο βίο δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα, μα απολύτως τίποτα, που να αντιπροσωπεύει κοινωνικές δυνάμεις ακομμάτιστες, ανθρώπινη ποιότητα ανυπότακτη στις κομματικές συντεχνίες. Σύγκλητοι πανεπιστημίων, συνελεύσεις πανεπιστημιακών Τμημάτων, διοικητικά συμβούλια συνδικάτων επιστημονικών συλλόγων, επιμελητηρίων, σχολικοί σύλλογοι διδασκόντων, αναπαράγουν, κατά κανόνα, την εικόνα και συγκρότηση του Κοινοβουλίου. Μπορεί η οργή των πολιτών, η αηδία τους για την αδίστακτη φαυλότητα και ανικανότητα ή αφιλοπατρία των κομματικών συντεχνιών να είναι εκρηκτική. Όμως το πολίτευμα της χώρας παραμένει ολοκληρωτικού χαρακτήρα κομματοκρατία.    Ενδιαφέρει η περίπτωση της υπηρεσιακής κυβέρνησης, επειδή η συγκρότησή της βεβαιώνει επιπλέον ότι και οι κατά καιρούς φημολογούμενες ελπίδες για ενδεχόμενη «κυβέρνηση τεχνοκρατών» ή «προσωπικοτήτων» αποκλείονται από το καθεστώς της κομματοκρατίας. Μια τέτοια κυβέρνηση που θα τολμούσε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για επανασυγκρότηση του κράτους, δίχως τον φόβο του «εκλογικού κόστους» καταλύοντας τη λογική και τις δομές του πελατειακού συστήματος, δεν μπορεί να υπάρξει. O ηχηρός τίτλος δεν είναι απίθανο να δοθεί κάποια δύσκολη στιγμή σε δήθεν ακομμάτιστο κυβερνητικό σχήμα, αλλά μόνο για να υπηρετήσει εντυπώσεις – όχι να αποτελέσει αυθεντική πραγματικότητα.    Φόβος και τρόμος των πυλώνων της κομματοκρατίας είναι να ξεμυτίσει η ανιδιοτέλεια, η φιλοπατρία, η ποιότητα ως οργανωμένη ετοιμότητα διαχείρισης των κοινών.   Αυτός ο φόβος και τρόμος ελέγχει ασφυκτικά και τη σύνθεση των υπηρεσιακών κυβερνήσεων, όπως ελέγχει και τα «ψηφοδέλτια επικρατείας» αντιστρέφοντας τη λογική που τα θέσπισε.   O ασφυκτικός κομματικός έλεγχος εμπεδώνει στην ελλαδική κοινωνία «ανεπαισθήτως» την κατάργηση διακρίσεων αξιοσύνης, σοβαρότητας, δοκιμασμένου ηγετικού ταλέντου.  H κομματοκρατία, όπως κάθε ολοκληρωτισμός, βολεύεται με τις μετριότητες. Τούς φανερά προικισμένους που παρεισφρέουν στα κόμματα από νοσηρό ναρκισσισμό, ξέρει να τους οδηγεί έντεχνα στον αυτευνουχισμό τους.   Οι υπηρεσιακές κυβερνήσεις εξοφλούν υποχρεώσεις των κομμάτων, γραμμάτια παροχής υπηρεσιών. Κατά κανόνα υπηρεσίες στα κόμματα σπεύδουν να προσφέρουν άνθρωποι (δημόσιοι λειτουργοί, και όχι μόνο) που ξέρουν ότι οι ικανότητές τους δεν επαρκούν για να τους εξασφαλίσουν υψηλές θέσεις και προβολή στον δημόσιο βίο. Γι’ αυτό σπεύδουν έγκαιρα να προσκολληθούν σε κάποιο πλοκάμι της κομματοκρατίας, να δανειστούν δεκανίκια για την άνοδο σε κορυφές.   Μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα είναι θεσμικά καταργημένη η αξιολογική κρίση όσων ανέρχονται στις ανώτατες βαθμίδες των κρατικών αξιωμάτων.  Οι κορυφαίοι της Δικαιοσύνης, οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, οι επικεφαλής Ανεξάρτητων Αρχών, οι διοικητές κρατικών οργανισμών, Τραπεζών, νοσοκομείων και παντός είδους ιδρυμάτων, διορίζονται από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση.  Επομένως και η αγνότερη δημιουργική φιλοδοξία να φτάσει κανείς σε τέτοιο ηγετικό μετερίζι, προϋποθέτει οπωσδήποτε να έχει φιλήσει ποδιές αηδιαστικής κομματικής μαγαρισιάς. Και σε τέτοια φιλήματα διαπρέπουν κατά κανόνα οι πιο μειονεκτικοί σε προσόντα.   Όσο βαθαίνει η «κρίση» τόσο και πιο αποκαλυπτική γίνεται. Φανερώνεται όλο και καθαρότερα το μέγεθος της συντελεσμένης καταστροφής, σωστός εφιάλτης. Και οι ελπίδες μας, η μια μετά την άλλη, αποδείχνονται φρούδες. Στην πρώτη φάση, με τους «αγανακτισμένους», πιστέψαμε ότι μια «κυβέρνηση τεχνοκρατών» θα μπορούσε να διαπραγματευθεί τις συνέπειες των κακουργημάτων της κομματοκρατίας (τα «μνημόνια») και να προχωρήσει σε σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης για σύνταξη καινούργιου Συντάγματος. Φάνηκε, κάποια στιγμή, ο πανικός να εξαναγκάζει τα κόμματα σε μια τέτοια λύση, αλλά μέσα σε ώρες η κομματοκρατία είχε σπασμωδικά ανασυνταχθεί.   Με τις πρόσφατες εκλογές ελπίσαμε ότι η πασίδηλη οργή της λαϊκής ψήφου θα πυροδοτούσε διεργασίες ριζικών ενδοκομματικών ανακατατάξεων, αυτοκάθαρσης από την κόπρο και τη μικρόνοια. Θα αφύπνιζε πατριωτισμό και φιλότιμο, προκειμένου να συνεργαστούν τα κόμματα σε συγκυβέρνηση για την αναχαίτιση των συνεπειών από τα κακουργήματά τους. Και αυτή η ελπίδα διαψεύστηκε.   Nα το ξαναπούμε: H δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι άθλημα, και οι επιδόσεις στο άθλημα συνάρτηση τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Τριάντα οχτώ χρόνια η κομματοκρατία αφιόνισε την ελλαδική κοινωνία με την ηδονική ψευδαίσθηση ότι δημοκρατία είναι να ζεις βίο τρυφηλότατο με δανεικά. Να μην παράγεις τίποτα, μόνο να διεκδικείς εκβιαστικά, γκανγκστερικά, όλο και τρυφηλότερη ευζωία.   Σήμερα, στο πρόσωπο του Tσίπρα η ελλαδική κοινωνία ζητάει να ξαναζήσει το «νταηλίκι» ηδονικού αμοραλισμού του Ανδρέα, το παραισθησιογόνο παραμύθι: Να λέμε «οι βάσεις φεύγουν», ενώ έχουμε υπογράψει την παραμονή τους. Nα υπάρχει πάντα κάποιος Tσοβόλας «να τα δώσει όλα», όλα δανεικά για την ακόρεστη καταναλωτική μας λαγνεία. Καταψηφίζουμε με οργή τους παλιούς ζητώντας σε καινούργιους δημοκόπους ατόφιο το παλιό.