Από τη δημοσίευση του τριακοστού πέμπτου τεύχους του οικονομικού δελτίου της ΤτΕ ξεχωρίζει η άποψη που παραθέτουμε αυτούσια και αφορά την ανάγκη θέσπισης Δημοσιονομικών κανόνων. Γράφει ο Βασίλειος Μανεσιώτης…  Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε τη σημαντική επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης της μεγάλης πλειονότητας των ανεπτυγμένων χωρών και την κρίση χρέους στην “περιφέρεια” της ζώνης του ευρώ. Οι ανεπτυγμένες χώρες, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, ανέλαβαν σημαντικές υποχρεώσεις, οι οποίες οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση των ετήσιων ελλειμμάτων τους και σε ταχύτατη συσσώρευση χρέους σε επίπεδα πρωτόγνωρα για περιόδους ειρήνης. Σε αυτό το περιβάλλον έχει αυξηθεί και πάλι το ενδιαφέρον για την ενίσχυση του δημοσιονομικού θεσμικού πλαισίου και την υιοθέτηση αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων που να διέπουν τη δημοσιονομική διακυβέρνηση.  Το 1990 υπήρχαν επτά μόνο χώρες που εφάρμοζαν δημοσιονομικούς κανόνες. Το 2009 ο αριθμός αυτών των χωρών είχε αυξηθεί σε 80 παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων των κρατών-μελών της ΕΕ (έρευνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου). Σύμφωνα με την έρευνα, υπάρχει σαφής αυξητική τάση στη χρήση αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων, καθώς και στη σύσταση ανεξάρτητων αρχών αρμόδιων για την αξιολόγηση της κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της εν γένει ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.  Η δημοσιευόμενη μελέτη εξετάζει τη διεθνή εμπειρία στο θέμα των δημοσιονομικών κανόνων και επικεντρώνεται τόσο στους κανόνες που αφορούν τις δημόσιες δαπάνες όσο και σε εκείνους που αφορούν το δημόσιο χρέος. Οι κανόνες για τις δημόσιες δαπάνες θέτουν όρια στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών μεσοπρόθεσμα. Οι κανόνες για το δημόσιο χρέος θέτουν όρια στο ύψος του νέου δανεισμού ανά δημοσιονομικό έτος ή/και προβλέπουν υποχρέωση λήψης διορθωτικών μέτρων σε περίπτωση υπέρβασης συγκεκριμένων ορίων.  Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά από την υιοθέτηση παρόμοιων κανόνων. Η υιοθέτηση ενός αυστηρού νέου πλαισίου άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής όχι μόνο θα συμβάλει στην αποφυγή των σφαλμάτων του παρελθόντος αλλά και θα τονώσει την, τόσο απαραίτητη, εμπιστοσύνη στην ικανότητα των κυβερνήσεων να εφαρμόζουν βιώσιμες δημοσιονομικές πολιτικές.